Η ανασυγκρότηση της Δεξιάς

Η περίοδος της οικονομικής κρίσης συνοδεύεται από αλλαγές στο λεγόμενο πολιτικό σύστημα. Αυτό που μπορεί κανείς να παρατηρήσει είναι ότι παρά το γεγονός ότι η κρίση ήταν αναμενόμενη, όπως αναμενόμενο ήταν και ότι θα φέρει πολιτικές αναταράξεις, όλα τα κόμματα αντέδρασαν σε αυτήν αμήχανα. Σε κάποιες περιπτώσεις όμως έγινε αιτία για πολιτικές ανακατατάξεις, ικανές να επαναφέρουν κάποια κόμματα και κάποιους πολιτικούς χώρους στην «κανονική τους θέση». Έτσι, η ελληνική Δεξιά επανατοποθετείται στον πολιτικό χάρτη αναμορφώνοντας τον πολιτικό της λόγο.

Αν κάνουμε μια μικρή ιστορική αναδρομή στην τελευταία 20ετία θα δούμε ότι στην μετά Μητσοτάκη εποχή, η παραδοσιακή Δεξιά, όπως εκφράζεται κυρίως από την Νέα Δημοκρατία, παρουσίαζε μια σχετικά σταθερή συσπείρωση των κεντροδεξιών και δεξιών ψηφοφόρων η οποία όμως ήταν αδύνατο να υπερβεί το ΠΑΣΟΚ και να κερδίσει τις εκλογές. Το ΠΑΣΟΚ αποδείχθηκε ικανό να αλλάζει μορφές έτσι ώστε να συμβαδίζει με τις ανάγκες της κάθε εποχής. Ήταν το κόμμα το οποίο αποτέλεσε το όχημα του λεγόμενου εκσυγχρονισμού, κατορθώνοντας να εκφράζει μερίδες του πληθυσμού που αποκτούσαν δυναμική, έχοντας την ιδεολογική χαλαρότητα- ευελιξία να αλλάζει το λόγο του έτσι ώστε να νομιμοποιεί την αποκοπή του ομφάλιου λώρου του με τις πληθυσμιακές μάζες που αποτελούσαν τη βάση του.

Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 90 η ΝΔ είχε στους κόλπους της πολλών ειδών ιδεολογικές ομάδες. Βασιλικούς, χουντικούς, φιλελεύθερους, νεοφιλελεύθερους, εκπροσώπους της λαϊκής δεξιάς και κεντρώους. Ήταν όμως ευάλωτη στις επιθέσεις του ΠΑΣΟΚ το οποίο μπορούσε ακόμα να επικαλείται έστω και συνθηματικά την σοσιαλδημοκρατία, τονίζοντας τον συντηρητικό χαρακτήρα της ΝΔ. Ο ερχομός του Καραμανλή στην προεδρία της ΝΔ έπρεπε να συνοδευτεί με μια ιδεολογική μετατόπιση προς τον χώρο του κέντρου, ώστε να μπορεί να αγγίξει μερίδες πληθυσμού που ανήκαν με χαλαρό τρόπο στο ΠΑΣΟΚ. Έτσι, ανακαλύφθηκε ο περίφημος «μεσαίος χώρος» και αυτόματα σταμάτησε κάθε αναφορά στην Δεξιά. Αυτό δεν σημαίνει μετατόπιση της πολιτικής της ΝΔ. Αυτή ήταν ανέκαθεν υπαγορευόμενη από τις ανάγκες της αστικής τάξης τις οποίες υπηρετούσε πιστά. Οι αλλαγές αφορούσαν στον πολιτικό της λόγο και την επικοινωνιακή της στρατηγική.

Άλλωστε από τις πρώτες κινήσεις του Καραμανλή ως πρόεδρος της ΝΔ ήταν οι διαγραφές στελεχών που θύμιζαν το «αμαρτωλό παρελθόν» και η απαλλαγή από τα λεγόμενα «ακροδεξιά βαρίδια». Η διαγραφή Καρατζαφέρη και η ίδρυση του ΛΑ.Ο.Σ. λειτούργησε ευεργετικά καθώς επιτάχυνε την διαδικασία της κάθαρσης της ΝΔ από την ταύτιση της με την παράδοση της Δεξιάς.

Σε επικοινωνιακό επίπεδο η προσπάθεια Καραμανλή να δημιουργήσει τον χώρο του και να προσπαθήσει να επαναπροσδιορίσει τον λόγο της ΝΔ συνοδεύτηκε από επιθέσεις φιλίας προς την Αριστερά. Δεν έχανε ευκαιρία να εκφράσει τον θαυμασμό του για τον Μίκη Θεοδωράκη, συνάντησε τον Χαρίλαο Φλωράκη, δήλωνε όπου στεκόταν και βρισκόταν ότι οι διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος ανήκουν στο παρελθόν. Επιπλέον η επιλογή του να χρίσει δεξί του χέρι τον Θόδωρο Ρουσόπουλο που προερχόταν από την Αριστερά έδιναν την εντύπωση ότι όντως κάτι αλλάζει στην ΝΔ. Επειδή όμως η ρήξη με το παρελθόν δεν μπορούσε να είναι οριστική, φρόντιζε να υπογράψει στο περίφημο δημοψήφισμα για τις ταυτότητες. Η συνταγή φάνηκε πετυχημένη καθώς τα ποσοστά της ΝΔ αυξήθηκαν και την οδήγησαν στην εκλογική νίκη του 2004. Η επιτυχία της επικοινωνιακής στρατηγικής της ΝΔ αποδείχθηκε και από την αποτυχία όποιου άλλου επιχείρησε να κατακτήσει αυτόν τον πολιτικό χώρο, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτό του Αβραμόπουλου.

Στο διάστημα της προεδρίας Καραμανλή στο εσωτερικό της ΝΔ επικρατούσε ένας ψυχρός πόλεμος μεταξύ Καραμανλικών και Μητσοτακικών. Ο αντίπαλος πόλος στον Καραμανλή, η Ντόρα εμφανιζόταν ως εν δυνάμει διάδοχος. Η κόντρα των δύο στρατοπέδων δεν απέκτησε ποτέ πολιτικά χαρακτηριστικά. Ήταν περισσότερο μια κόντρα μηχανισμών. Άλλωστε η τοποθέτηση της Ντόρας στο Δήμο Αθηναίων και στο Υπουργείο Εξωτερικών ευνοούσε την έξωθεν καλή μαρτυρία περί ενότητας την ίδια ώρα που η Μπακογιάννη στήριζε τον Καραμανλή πιθανόν προσδοκώντας σε μελλοντική στήριξη από τους Καραμανλικούς που είχαν πια κάνει κατάληψη στην ΝΔ.

Οι δύο εκλογικές νίκες της ΝΔ επιβεβαίωσαν την πολιτική του «μεσαίου χώρου» και είχαν ως συνέπεια να εξωθηθούν από τον δημόσιο λόγο της ΝΔ οι αναφορές στην Δεξιά ή στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Ο Μάνος και ο Ανδριανόπουλος, εμβληματικές φιγούρες του ελληνικού νεοφιλελευθερισμού είχαν πια φύγει και μετά από ένα σύντομο πέρασμα από το ΠΑΣΟΚ τέθηκαν ξανά στο περιθώριο της πολιτικής ζωής, ενώ η Ντόρα, αυθεντική νεοφιλελεύθερη, προτιμούσε να αποσιωπά τις ιδέες της και να τονίζει άλλα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς της.

Η εκλογή Σαμαρά ήρθε να σηματοδοτήσει μια συμβολική επιστροφή της ΝΔ με την βάση της, με τον πολιτικό χώρο της λαϊκής δεξιάς. Εγκαταλείφθηκε η πολιτική της προσέγγισης του κέντρου σχεδόν αμέσως. Η διαγραφή της Ντόρας θα μπορούσε να οδηγήσει σε απόρριψη του νεοφιλελευθερισμού στο όνομα μιας παραδοσιακής δεξιάς φιλελεύθερης προσέγγισης. Άλλωστε οι οικονομικές θέσεις της ΝΔ όπως εκφράστηκαν στα περίφημα Ζάππειο Ι και Ζάππειο ΙΙ διέφεραν, σε επίπεδο ρητορικής, από το νεοφιλελεύθερο μοντέλο. Στην ουσία οι διαφορές ήταν ελάχιστες. Ο Σαμαράς πρωτοστάτησε στην μάχη κατά της ύφεσης διεκδικώντας μείωση της φορολογίας για τις επιχειρήσεις, περιορισμό του κόστους του δημόσιου τομέα, απελευθέρωση επαγγελμάτων κτλ. Μην ξεχνάμε ότι σύσσωμη η ΝΔ περηφανευόταν για το γεγονός ότι η πρόταση για εφεδρεία ήταν δική της.

Ο αντιμνημονιακός λόγος της ΝΔ ήταν κενός περιεχομένου. Εκφράστηκε περισσότερο λόγω της ανάγκης να δείξει την δυναμική του ο Αντώνης Σαμαράς ασκώντας αντιπολίτευση σε μια κεντρικής σημασίας πολιτική επιλογή του ΠΑΣΟΚ. Άλλωστε με ή χωρίς μνημόνιο, η ΝΔ ήταν έτοιμη από καιρό να πάρει θέση στην ταξική πάλη που διεξάγεται με άγριους όρους. Ο ίδιος ο Σαμαράς είχε άλλωστε δηλώσει ότι θα τιμήσει την υπογραφή της χώρας στη νέα δανειακή σύμβαση ακόμα κι αν δεν συμφωνούσε με αυτή. Ο πρόεδρος της ΝΔ ευνοήθηκε από την συγκυρία να είναι το ΠΑΣΟΚ η κυβέρνηση που έφερε τα μνημόνια έτσι ώστε ο ίδιος να μπορέσει να εμφανιστεί ως δυναμικός πολιτικός που θα συσπειρώσει την κεντροδεξιά ενάντια στο ΠΑΣΟΚ.

Η συμμετοχή του στην συγκυβέρνηση του αφαίρεσε το πλεονέκτημα της αμφισβήτησης του μνημονίου, πράγμα που ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της αντιπολιτευτικής τακτικής της ΝΔ. Έχοντας χάσει η ΝΔ τη δυνατότητα να εκφράσει αντιμνημονιακό λόγο, κάθε ουσιαστική αντιπολίτευση στις κεντρικές πολιτικές επιλογές της ΕΕ της Τρόικα και της συγκυβέρνησης θα προερχόταν αναγκαστικά από την Αριστερά. Η συμμετοχή στην συγκυβέρνηση και του ΛΑΟΣ τσαλάκωσε την εικόνα της λαϊκής δεξιάς συνολικά, παρά τις δακρύβρεχτες υποσχέσεις του Σαμαρά για υπεράσπιση των συντάξεων.

Το γεγονός ότι ήταν αδύνατο πλέον να διαφοροποιηθεί έστω και ρητορικά από την πολιτική της Τρόικα σε συνδυασμό με την ανάγκη να επανασυσπειρώσει το κόμμα του, στρέφει την ΝΔ προς τα δεξιά. Μόνο που ο νέος δημόσιος λόγος της ΝΔ δεν μπορεί να αναφέρεται στην οικονομία, αλλά να κάνει επικλήσεις διαφορετικού τύπου, που χτυπούν στο συναίσθημα. Έτσι, είδαμε την θεατρική αποχώρηση από την Βουλή κατά τη συζήτηση νομοσχεδίου για την αποσυμφόρηση των φυλακών, το οποίο προέβλεπε απελευθέρωση χρηστών ναρκωτικών.

Θα περίμενε κανείς ότι μια ανασυγκρότηση του δεξιού δημόσιου λόγου θα είχε ως προτεραιότητα τα εθνικά ζητήματα. Όμως και αυτά πλέον καθορίζονται αποκλειστικά από τους διεθνείς οργανισμούς, την παράδοση της χώρας στους οποίους υπερασπίζεται με θέρμη η ΝΔ, ως το κόμμα του Καραμανλή που μας έβαλε στην ΕΟΚ.

Συνεπώς η ΝΔ πρέπει να επικαλεστεί το συναίσθημα για θέματα «δευτερεύοντα». Η ασφάλεια, η εγκληματικότητα και το μεταναστευτικό είναι τα ζητήματα τα οποία θα αποτελέσουν τα γερά προεκλογικά χαρτιά της. Η αποφασιστικότητα του Σαμαρά όταν δήλωνε ότι θα βγάλει τις κουκούλες από τα καθάρματα τους κουκουλοφόρους είναι ενδεικτική του νέου δημόσιου λόγου της ΝΔ. Την ίδια ώρα συντονισμένα η ΝΔ προσπαθεί να επιτεθεί στην Αριστερά ως υπεύθυνη για την οικονομική κρίση, αφού με τις παράλογες απαιτήσεις της διώχνει τις επιχειρήσεις. Επίσης χρεώνει σε όποιον διαμαρτύρεται, φωτογραφίζοντας πάλι την Αριστερά, το κλείσιμο των εμπορικών καταστημάτων στο κέντρο της Αθήνας.

Αυτές οι κινήσεις είναι ενδεικτικές της μετατόπισης της ΝΔ προς τα δεξιά. Άλλωστε οι μεταγραφές Βορίδη και Γεωργιάδη είναι ένα ακόμα παράδειγμα του γεγονότος ότι η ΝΔ προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει την θέση της στον πολιτικό χάρτη χωρίς να κουβαλά την δεξιά της ταυτότητα ως αμαρτία, προσπαθώντας να αφομοιώσει ό,τι υπάρχει δεξιότερά της.

Στρεφόμενη δεξιά πέφτει πάνω στο ΛΑ.Ο.Σ. το οποίο μετά την αποτυχία της συμμετοχής του στην συγκυβέρνηση βλέπει να χάνει την πρωτοκαθεδρία στον πολιτικό χώρο που του ανήκε, αυτόν της κοινοβουλευτικής ακροδεξιάς. Έτσι, πρωτοστατεί σε μια πλειοδοσία δεξιοφροσύνης που στοχεύει κι αυτή στο συναίσθημα. Πυκνώνει τις αναφορές στους «λαθρομετανάστες», ζητά την καθιέρωση του δικαιώματος της οπλοχρησίας, επικαλείται την ορθοδοξία και το Πάσχα ώστε να καθυστερήσουν οι εκλογές. Η πίεση στον ΛΑΟΣ δεν γίνεται όμως μόνο από τη ΝΔ, καθώς η Χρυσή Αυγή ανεβαίνει και δείχνει να εκφράζει το εθνικιστικό ακροατήριο υιοθετώντας παράλληλα έναν λόγο για κοινωνικές τάξεις, κεφάλαιο και εργασία.

Το κόμμα του Καμμένου αναμένεται να προκαλέσει αναταράξεις στην δεξιά πολυκατοικία, πιθανόν να οδηγήσει ακόμα και στην εξαφάνιση του Καρατζαφέρη, αλλά ακόμα είναι νωρίς να μιλήσει κανείς για αυτό.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, λοιπόν, η ΝΔ δείχνει να προσπαθεί να εκφράσει έναν όλο και πιο συντηρητικό, όλο και πιο ακραίο δεξιό λόγο. Η ηγεμονία της στον χώρο της κεντροδεξιάς είναι μεν αναμφισβήτητη, είναι όμως και αδύναμη λόγω του πολυκερματισμού και των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούν σήμερα. Έτσι, μέρος αυτής της πλειοδοσίας δεξιοφροσύνης ήταν και η άποψη του Σαμαρά ότι η Χρυσή Αυγή ανήκει στην γαλάζια πολυκατοικία. Όχι ότι πέφτουμε από τα σύννεφα, αλλά το γεγονός ότι τόσο κυνικά το παραδέχεται η ΝΔ δείχνει ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα με το να ταυτιστεί ακόμα και με την ναζιστική οργάνωση προκειμένου να πετύχει την μέγιστη δυνατή συσπείρωση. Ακόμα δείχνει ότι ο ίδιος ο Αντώνης Σαμαράς είναι διατεθειμένος να κάνει τα πάντα για να γίνει πρωθυπουργός. Η προσωπική του φιλοδοξία υπερβαίνει την πολιτική του ιδεολογία, καθώς είδαμε τα τελευταία δύο χρόνια την ευκολία του να αποδέχεται πράγματα τα οποία υποτίθεται ότι αρνούνταν.

Το ζήτημα είναι όμως πιο βαθύ από την προσωπικότητα του Σαμαρά. Έχει να κάνει με την συνολική ανασυγκρότηση της δεξιάς και την προσπάθειά της να κυριαρχήσει ιδεολογικά ακόμα κι εκεί που μέχρι τώρα ήταν σε κάποιο βαθμό ηγεμονικός ο λόγος της Αριστεράς. Επίσης, αναδεικνύεται το γεγονός ότι επιθυμεί να κάνει εκλογές με ζητήματα την εγκληματικότητα, την μετανάστευση και την ασφάλεια, ζητήματα στα οποία αισθάνεται ότι έχει το προνόμιο έναντι της αριστεράς. Οι επιθέσεις στην αριστερά θα πληθαίνουν και θα γίνονται όλο και πιο αισχρές και αήθεις. Δεν θα αργήσει η εποχή που θα συζητηθεί ακόμα και η νομιμότητα της Αριστεράς.

Είμαστε στην εποχή του παραλογισμού. Στην εποχή που η ίδια η Αριστερά με όλες της τις εκφράσεις αδυνατεί να δώσει την μάχη σε όλα τα επίπεδα. Είμαστε στην εποχή στην οποία κάποιος ηλίθιος φασίστας γράφει στο διαδίκτυο ότι θα κάνει χρωμοσαμπουάν με τους μετανάστες και αντιμετωπίζεται ως κάτι το φυσιολογικό. Την ίδια ώρα λαϊκά στρώματα που πλήττονται από την κρίση είναι διατεθιμένα να ακούσουν οποιονδήποτε, να ταχθούν με οποιονδήποτε να γίνουν δεξιοί ή ακόμα και ακροδεξιοί. Η συντηριτικοποίηση του λαού φαίνεται και από τα πάλαι ποτέ ριζοσπαστικά τμήματα πληθυσμού, όπως οι φοιτητές.

Η ελληνική Δεξιά περιφράζει τον χώρο της. Επαναφέρει διλήμματα της μετεμφυλιακής εποχής και χτυπάει στο ψαχνό την Αριστερά. Όμως αυτό ξεκινά από την αμυντική στάση της Αριστεράς, από την αμηχανία με την οποία υποδέχτηκε την κρίση, και από τον τρόπο με τον οποίο εκφράζεται πολιτικά. Πατώντας πάνω στην ψευδαίσθηση της ιδεολογικής της ηγεμονίας, η Αριστερά αγνόησε όλα αυτά τα χρόνια σοβαρά ζητήματα, τα οποία έδειχνε να αντιμετωπίζει ακτιβιστικά ή συνθηματολογικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το μεταναστευτικό. Ζώντας με τη βεβαιότητα ότι οι Έλληνες δεν είναι ρατσιστές, η Αριστερά έβλεπε την φασιστική ακροδεξιά ως καρικατούρα και το ίδιο το μεταναστευτικό ζήτημα ως κάτι το οποίο θα μπορούσε να επιλυθεί με την επίκληση της ανθρωπιάς και των δικαιωμάτων του ανθρώπου, δίνοντας έτσι χώρο στην άνθηση της ακροδεξιάς που πατούσε πάνω στο ανθρώπινο συναίσθημα. Όπως βλέπουμε όμως το ζήτημα είναι αρκετά πιο σοβαρό και απαιτεί ουσιαστική πολιτική παρέμβαση και όχι συνθηματολογία. Ενόψει της ανασυγκρότησης της Δεξιάς οφείλουμε να είμαστε πιο προετοιμασμένοι.

Advertisements