Η πολιτική είναι το όπιο του οπαδού

Στην Ελλάδα η σχέση του πολίτη με το κόμμα που υποστηρίζει είναι παρόμοια με τη σχέση του οπαδού με την ομάδα του. Κάποιος υποστηρίζει ένα κόμμα, το ψηφίζει, το στηρίζει ή γίνεται μέλος του συνήθως με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο υποστηρίζει την ομάδα που αγαπάει.

Αυτό συμβαίνει σε μια μεγάλη μερίδα του εκλογικού σώματος. Υπάρχει και μια μικρότερη μερίδα η οποία καθορίζει τα εκλογικά αποτελέσματα. Είναι οι μετακινούμενοι ψηφοφόροι, αυτοί που δεν συνδέονται παρά μόνο χαλαρά με κάποιο κόμμα. Αυτοί είναι που ψηφίζουν τη μία φορά ΠΑΣΟΚ την άλλη ΝΔ ή περιστασιακά κάποιο άλλο μικρότερο κόμμα. Οι οπαδοί-ψηφοφόροι λοιπόν είναι οι φυσικοί αυτουργοί της εδραίωσης του δικομματισμού στην χώρα μας. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο δεν βλέπουμε δραματικές αλλαγές στην εκλογική επίδοση των κομμάτων, μικρών και μεγάλων. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο τα «γενόσημα» κόμματα έχουν μικρή διάρκεια ζωής. Το είδαμε στην περίπτωση του Τσοβόλα, του Στεφανόπουλου, του Σαμαρά, του Αβραμόπουλου, του Μάνου και άλλων πολλών.

Κάποτε, σε μικρή ηλικία διαλέξαμε μια ομάδα για κάποιους λόγους. Γιατί ήταν η ομάδα του πατέρα μας, άρα η τρίτη λέξη που μάθαμε να συλλαβίζουμε μετά το «μαμά» και το «μπαμπά», ή γιατί ήταν η ομάδα που υποστήριζαν τα περισσότερα παιδιά στην παρέα μας. Έτσι και με το κόμμα. Πολλοί «επέλεξαν» το κόμμα τους σε μικρή ηλικία. Οικογενειακή γαλούχηση….

Ο συνηθισμένος οπαδός προσπαθεί a posteriori να ιδεολογικοποιήσει την επιλογή της ομάδας του. Κανείς δεν θα σου πει ότι υποστηρίζει την τάδε ή την δείνα ομάδα επειδή έτυχε, αλλά αντίθετα θα σου πει ότι η ομάδα του είναι η ομάδα με την καλύτερη ιδεολογία, η μόνη επαναστατική ομάδα, η μόνη αδικημένη και κυνηγημένη από τα κατεστημένα, η μόνη περήφανη και η πιο ιστορική. Έτσι και για το κόμμα του. Το επέλεξε και εκ των υστέρων ψάχνει λόγους για να δικαιολογήσει την επιλογή του. Ωστόσο αυτές οι δικαιολογίες έχουν υπόσταση μόνο στο νεφελώδες πεδίο της φαντασίας του καθενός.

Το γεγονός ότι αγαπάμε το κόμμα μας όπως την ομάδα μας φαίνεται σε μικρές καθημερινές πρακτικές. Μεταφέρουμε γηπεδικά συνθήματα στην πολιτική, ακολουθούμε όλη την ιεροτελεστία που επιβάλλει το savoir vivre  του οπαδού. Μισούμε πχ. τον νεοδημοκράτη ή τον πασόκο γιατί είναι «από τους άλλους». Μπορεί να παίξουμε και λίγο ξύλο έτσι για να τηρούμε τα έθιμα.

Επίσης για κάποιο χαζό λόγο ο ψηφοφόρος, όπως και ο οπαδός, νομίζει πως το κόμμα ή η ομάδα του είναι δική του, του ανήκει. «Εγώ που ήμουν 30 χρόνια στο ΠΑΣΟΚ, θα μου πει εμένα ο Χ τι θα κάνω;». Αρνείται, όταν δεν πολυγουστάρει τον ηγέτη του, την θέση και το ρόλο του. Δηλώνει με πείσμα «εγώ είμαι το ΠΑΣΟΚ/ΝΔ και όχι ο Βενιζέλος/Σαμαράς» με τον ίδιο στόμφο που θα δήλωνε εγώ είμαι ο ΠΑΟΚ/ΟΣΦΠ/ΠΑΟ/ΑΕΚ/ΑΡΗΣ και όχι ο Χ/Ψ/Ζ περαστικός πρόεδρος. Μόνο που ξεχνά ότι με τον ίδιο τρόπο που εκμεταλλεύεται το Χ λαμόγιο την αγάπη του για την ομάδα, αξιοποιεί και ο εκάστοτε πρόεδρος την στήριξη του προβάτου-ψηφοφόρου.

Το αναμάσημα οπαδικών συνθημάτων στην πολιτική γίνεται για να επιβεβαιώσει αυτή τη φανταστική σχέση μεταξύ ψηφοφόρου και κόμματος. «Στα εύκολα ΠΑΣΟΚ στα δύσκολα ΠΑΣΟΚάρα» μου έλεγε πρόσφατα αμετανόητος ΠΑΣΟΚος.

Το οπαδιλίκι και το κομματιλίκι έχουν κι άλλα κοινά. Ας πούμε την προσωπολατρεία. Γουστάρεις έναν παίκτη της ομάδας σου γιατί νομίζεις ότι είναι ο πιο πιστός στα ιδεώδη της. Με τον ίδιο τρόπο γουστάρεις κι έναν πολιτικό του κόμματός σου και ταυτίζεσαι με αυτόν. «Αυτός είναι γνήσιος ΠΑΣΟΚος» λες και ψήνεσαι να ψηφίσεις αυτόν και όχι το κόμμα του. Έτσι βρίσκεις το άλλοθι: «Ψήφισα τον τάδε γιατί τον ξέρω και είναι καλός, δεν είναι σαν τους άλλους εκεί».

Επίσης όταν κερδίσει κάποιον τίτλο οι οπαδοί της ομάδας βγαίνουν στους δρόμους να πανηγυρίσουν όπως και οι οπαδοί του κόμματος που κερδίζει τις εκλογές. Η Ομόνοια, ο Λευκός Πύργος αλλά και τα αεροδρόμια έχουν γίνει τόποι λατρείας των ομάδων και των κομμάτων.

Όταν η ομάδα δεν πάει καλά τη βρίζεις, γιουχάρεις τους παίκτες της και πιθανόν να κάνεις και ένα ντου στο γήπεδο. Έτσι και στην πολιτική. Γιουχάρεις και γιαουρτώνεις τον πολιτικό που πρόδωσε εσένα και τα ιδανικά της παράταξή σου. Αγανακτείς μαζί τους αλλά πάλι κάτι σε κρατάει δεμένο εκεί.

Λένε πως η ομάδα για έναν οπαδό είναι κάτι το αδιαπραγμάτευτο. Κάτι το σταθερό. Λένε πως μπορεί να αλλάξεις δουλειά, γυναίκα, οικογένεια, αλλά ομάδα δεν θα αλλάξεις. Το ίδιο πάνω κάτω συμβαίνει και στα κόμματα. Πόσοι είναι αυτοί που πραγματικά αλλάζουν κομματική ταυτότητα; Φυσικά να κάνουμε τη διευκρίνιση ότι μιλάμε για απλούς ψηφοφόρους και όχι επαγγελματίες της πολιτικής. Αυτοί αλλάζουν τα κόμματα όπως οι επαγγελματίες ποδοσφαιριστές. Το βλέπουμε, ιδιαίτερα σήμερα, έντονα. Οι μεταγραφές των πολιτικών είναι άλλωστε περισσότερες από αυτές των ποδοσφαιριστών.

Λένε επίσης ότι το ποδόσφαιρο είναι μια σύγχρονη θρησκεία,  το όπιο του λαού. Μάλλον και η πολιτική είναι το όπιο του οπαδού. Ο οπαδισμός λοιπόν στην πολιτική είναι τέτοιος που εφόσον αποκτά θρησκευτικά χαρακτηριστικά μας κάνει απαισιόδοξους για την εγκατάλειψη των δύο «μεγάλων» κομμάτων από μεγάλη μάζα του εκλογικού σώματος…

Ρε Άντε Γεια ρε πασοκάκο…

 

 

Advertisements