Το ΚΚΕ και οι εκλογές

Αν οι εκλογές άλλαζαν τον κόσμο θα ήταν παράνομες. Όλοι το ξέρουμε, όλοι το δεχόμαστε, αλλά ταυτόχρονα όλοι, όταν έρχονται οι εκλογές, βιώνουμε την ψευδαίσθηση της επικείμενης αλλαγής μέσω του κοινοβουλευτικού δρόμου. Ακόμα κι αν αυτό δεν ισχύει, τότε τουλάχιστον συμφωνούμε στο ότι οι εκλογές είναι για πολλούς λόγους σημαντικές.

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 6ης Μαΐου πρέπει να το δούμε από την οπτική της επαναστατικής αλλαγής. Ως μέσο δηλαδή για την βελτίωση των συνθηκών οι οποίες μπορούν να οδηγούν στο επαναστατικό πέρασμα στον σοσιαλισμό. Κατά πόσο δηλαδή βοηθήθηκε το εργατικό, λαϊκό κίνημα στον αγώνα για την χειραφέτησή του.

Αν δούμε το αποτέλεσμα των εκλογών μέσα στις συγκυρίες που έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια, θα εξάγουμε όλοι το συμπέρασμα ότι σε ποσοτικό επίπεδο δεν αποτυπώθηκε αύξηση στο ποσοστά του ΚΚΕ ανάλογη με αυτήν που αναμέναμε. Η ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησης του λαού δεν εκφράστηκε με αλματώδη άνοδο του ΚΚΕ. Οι λόγοι είναι πολλοί και δεν μπορούν να εξαντληθούν στα όρια αυτής εδώ της ανάρτησης. Εδώ, μπορούμε μόνο να σκιαγραφήσουμε κάποιες από τις βασικές αιτίες της εκλογικής αποτυχίας του ΚΚΕ.

Ας ξεκινήσουμε από το ποσοστό. Η μικρή αύξηση είναι αναντίστοιχη της δουλειάς που προσπάθησε να κάνει το ΚΚΕ τα τελευταία δύο χρόνια. Πολλές απεργίες, πάλη με επίκεντρο τους τόπους δουλειάς, μαζικές διαδηλώσεις σε μια Ελλάδα όπου εμφανίστηκαν φτώχεια, πείνα και κατάθλιψη σε συνθήκες γενικευμένης και έντονης καπιταλιστικής κρίσης. Προφανώς μπορούμε να διακρίνουμε ότι το τοπίο φαινόταν αρκετά προνομιακό για μια εκλογική εκτίναξη του ΚΚΕ.

Για ποιους λόγους αυτό δεν συνέβη;

Καταρχάς πρέπει να δούμε από που θα έρχονταν οι ψήφοι που θα εκτίνασσαν το ΚΚΕ. Σίγουρα ένα πολύ μεγάλο μέρος έρχεται από το ΠΑΣΟΚ. Και είναι γνωστό από πριν ότι ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ είχε ανέκαθεν ευκολότερη πρόσβαση στους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ. Επιπλέον σε αυτές τις εκλογές υπήρχε και η ΔΗΜΑΡ που λειτούργησε ως σκουπάκι που μάζεψε ό,τι άφησε πίσω η ηλεκτρική σκούπα του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έπεισε για το ενδεχόμενο της συγκρότησης μιας αριστερής κυβέρνησης. Κυρίως όμως έπεισε ως μια φερέγγυα λύση αγανάκτησης. Κατάφερε να αλλάζει την ρητορική του κατά το δοκούν, μιλώντας πότε για ακύρωση, πότε για επαναδιαπραγμάτευση και πότε για καταγγελία του μνημονίου. Πρόσφερε όμως, σε αντίθεση με το ΚΚΕ, μια άμεση λύση στο σήμερα, όσο κι αν αυτό φαντάζει δύσκολο αν όχι ανέφικτο.

Αυτό είχε ως συνέπεια να δημιουργηθεί μια δυναμική προς τον ΣΥΡΙΖΑ που έκρινε την μετακίνηση των αναποφάσιστων. Έπεισε αυτούς που ταλαντεύονταν μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ να προτιμήσουν το πρώτο. Ακόμα και μετά την πρώτη αναγγελία των αποτελεσμάτων σίγουρα υπήρχαν πολλοί ψηφοφόροι του ΚΚΕ που αναρωτήθηκαν αν έκαναν το σωστό, ή αμφισβήτησαν την γραμμή του ΚΚΕ για την μη ενότητα, με δεδομένο ότι εμφανίστηκαν για πρώτη φορά μετά τη μεταπολίτευση οι δυνατότητες εκλογικής πρωτιάς.

Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ γέννησε έστω και πρόωρα την συζήτηση για έναν Αριστερό Κυβερνητισμό. Για να το θέσω καλύτερα, δημιούργησε τέτοιες συνθήκες ώστε να μην φαντάζει εντελώς ουτοπική η προοπτική ένα κόμμα ή ένας συνασπισμός κομμάτων της Αριστεράς να αναδειχθεί πρώτο σε κάποια εκλογική αναμέτρηση. Σε αυτό το πεδίο συζήτησης το ΚΚΕ δεν έχει θέση. Όχι γιατί απορρίπτει τις συνεχείς εκκλήσεις για ενότητα, αλλά γιατί βασικός άξονας της κοσμοθεωρίας του είναι η αλλαγή στο επίπεδο της εξουσίας και όχι της κυβέρνησης.

Όμως όταν αυτό γίνεται η κύρια συζήτηση στην προεκλογική περίοδο είναι αναμενόμενο να χάνει το ΚΚΕ την δυνατότητα να προβάλλει το σύνολο της πολιτικής του θέσης, να κάνει κατανοητή τη διάκριση μεταξύ λαϊκής εξουσίας και αριστερής κυβέρνησης. Όταν μάλιστα η προεκλογική συζήτηση περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από το ενδεχόμενο συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ έρχεται εκ των πραγμάτων σε θέση άμυνας και πρέπει να προσαρμόζει τον πολιτικό του λόγο, όχι για να καταγγείλει την αστική πολιτική που στηρίζει το σύστημα που γεννά τις κρίσεις αλλά να απαντήσει στα όλο και διευρυμένα αιτήματα του κόσμου για ενότητα ώστε να σωθεί ό,τι σώζεται.

Αν ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά στο αποτέλεσμα των εκλογών θα δούμε ότι αυτά επηρεάστηκαν με καθυστέρηση από τα κινήματα των πλατειών του περυσινού καλοκαιριού. Οι μεγάλοι κερδισμένοι των εκλογών ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ, οι Ανεξάρτητοι Έλληνες, και η Χρυσή Αυγή. Και τα τρία αυτά κόμματα ενισχύθηκαν ιδιαίτερα από την εμφάνιση του φαινομένου των πλατειών. Θα προσπαθήσω εν συντομία να εξηγήσω το γιατί:

Στις πλατείες κατέβηκαν χιλιάδες κόσμου, στην μεγάλη πλειοψηφία τους άνθρωποι χωρίς κινηματική εμπειρία, άνθρωποι που λογικά ήταν ψηφοφόροι των δύο πρώην μεγάλων κομμάτων. Χοντρικά μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι οι «Αγανακτισμένοι» εξαντλήθηκαν σε μια συνθηματολογική απόρριψη της πολιτικής, μιλώντας για 300 κλέφτες, λαμόγια. Η πλατεία στολίστηκε με κρεμάλες και σε αυτήν υπήρχε ο διαχωρισμός μεταξύ εθνικιστών και μελών εκκλησιαστικών ομάδων και μελών αριστερών οργανώσεων, κυρίως του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι προσωρινά άφησαν στην άκρη την κομματική τους ιδιότητα. Ο κόσμος που συμμετείχε στους Αγανακτισμένους, ή είδε με συμπάθεια το κίνημα αυτό ψήφισε επηρεασμένος από την πολιτική ζύμωση που έγινε εκεί. Οι θεωρίες συνομωσίας, το δάνειο που ποτέ δεν πήραμε από τον Πούτιν και οι «δωσίλογοι μνημονιακοί» έθρεψαν τον Καμμένο. Οι 300 κλέφτες, το «μπουρδέλο η Βουλή», οι φαύλοι πολιτικοί που πρέπει να δικαστούν στο Γουδί, το «α, ρε χούντα που μας χρειάζεται» και οι Εβραίοι που κρύβονται πίσω από όλα, σε συνδυασμό με άλλα ζητήματα που τα έχουμε αναφέρει στο παρελθόν, γιγάντωσαν την Χρυσή Αυγή. Η συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ στις πλατείες, η απλή ρητορεία για λίγη εξέγερση με αρκετό ευρωπαϊσμό, σε συνδυασμό με την εξαιρετική επικοινωνιακή παρουσία του Τσίπρα, έδωσαν την δυνατότητα στο ΣΥΡΙΖΑ να ενισχυθούν, απευθυνόμενος σε κόσμο που ήταν στο δρόμο ή έβλεπε με συμπάθεια αυτούς που ήταν στον δρόμο. Άρα λοιπόν, μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι οι πλατείες εξαφανίστηκαν ως κίνημα, όμως εμφανίστηκαν ξανά στην κάλπη.

Το ΚΚΕ ερχόμενο σε ρήξη με τους Αγανακτισμένους δεν θα μπορούσε να κεφαλαιοποιήσει εκλογικά την απομάκρυνσή τους από τα κόμματα τα οποία ψήφιζαν μέχρι το 2009.

Αν σε αυτά προσθέσουμε την επικοινωνιακή αδυναμία του ΚΚΕ να βάλει στο επίκεντρο την δική του πολιτική σχετικά με τον χαρακτήρα της κρίσης, αλλά και την αδυναμία του να θέσει ως δίλημμα των εκλογών το «ευρώ ή όχι ευρώ» θα βρούμε μια ακόμα αιτία για την οποία απώλεσε την δυνατότητα να ενισχυθεί εκλογικά. Αναγκαστικά μίλησε σε ένα περιορισμένο ακροατήριο, δεν κατάφερε να σπάσει την ανασφάλεια της επιστροφής στην δραχμή καθώς δεν εξήγησε επαρκώς τι θα ακολουθήσει μια πιθανή έξοδο από την ΕΕ και την Ευρωζώνη.

Το ΚΚΕ εναπόθεσε την έκφραση της ριζικής του αντίθεσης με το σύστημα στην προβολή της εναλλακτικής της λαϊκής εξουσίας. Με αυτόν τον τρόπο όμως έβαλε στην άκρη αιτήματα και θέσεις που παλαιότερα εξέφραζε δυναμικά και δεν αφορούσαν στην σοσιαλιστική κοινωνία, αλλά στο σήμερα. Η φορολόγηση του κεφαλαίου, το αίτημα για βασικό μισθό 1300 ευρώ, ακόμα και η πρόσφατη πρόταση για ρύθμιση των υπερχρεωμένων νοικοκυριών και κατάργηση των χαρατσιών απουσίασαν από τον δημόσιο λόγο του ή δεν τονίσθηκαν επαρκώς. Μάλιστα αυτά τα αιτήματα τα ενσωμάτωσε ως συνθήματα στην πολιτική του ο ΣΥΡΙΖΑ.

Σε επίπεδο τακτικής, και με δεδομένο ότι οι εκλογές θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν ως εργαλείο για την βελτίωση των όρων της επαναστατικής μεταβολής της κοινωνίας, θα μπορούσε το ΚΚΕ να λειτουργήσει διαφορετικά. Αντί να βρεθεί στην δυσάρεστη θέση να απολογείται γιατί δεν συνεργάζεται με τα άλλα κόμματα της Αριστεράς, θα έπρεπε να είχε βγει από πριν στο προσκήνιο. Ήταν αναμενόμενο να δεχθεί αυτήν την επίθεση φιλίας. Επίθεση η οποία αποτέλεσε το κύριο προεκλογικό σύνθημα του ΣΥΡΙΖΑ και ενισχυόταν καθημερινά από τα ΜΜΕ.

Κατά τη γνώμη μου το ΚΚΕ έπρεπε να είχε αναλάβει από πριν την πρωτοβουλία για μια συμπόρευση των ριζοσπαστικών δυνάμεων, με τους όρους που αυτό θα είχε θέσει. Θα έπρεπε να προλάβει δηλαδή την συζήτηση για την αφηρημένη ενότητα της Αριστεράς που δεν θα είχε καμία πολιτική σύμπνοια, προτάσσοντας την ανάγκη συμπόρευσης σε ένα ριζικά διαφορετικό πλαίσιο. Ένα πλαίσιο το οποίο θα είχε ως αιχμή την άμεση έξοδο της χώρας από την ΕΕ και το Ευρώ, άρα και από τα μνημόνια. Ένα πλαίσιο το οποίο θα τόνιζε την ανάγκη παύσης του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας και την κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος αλλά και των μεγάλης σημασίας επιχειρήσεων. Ένα πολιτικό πλαίσιο το οποίο θα μπορούσε να προβάλλει την ανάγκη να συγκροτηθεί ένα πολιτικό μέτωπο το οποίο θα υπερέβαινε το δίλημμα «μνημονιακοί- αντιμνημονιακοί».

Ίσως με αυτόν τον τρόπο να κατάφερνε να δημιουργήσει τις συνθήκες για την μεγάλη εκλογική του ενίσχυση. Άλλωστε όπως επαναλάμβανε σε κάθε ευκαιρία το ΚΚΕ, δεν είναι ανάγκη να συμφωνείς σε όλα για να το ψηφίσεις. Συνεπώς δεν θα επρόκειτο για νόθευση της πολιτικής και ιδεολογικής του καθαρότητας, αλλά για δημιουργία τάσης εκλογικής ενίσχυσής του, κριτήριο της οποίας έτσι κι αλλιώς δεν είναι η απόλυτη συμφωνία με τις θέσεις του.

Ίσως με αυτόν τον τρόπο να μπορούσε να προσελκύσει ένα μέρος του αντιευρωπαϊκού ΣΥΡΙΖΑ, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν αναγκασμένος να απαντήσει στο ΕΕ ή όχι, αντί να διατηρεί μέχρι και σήμερα μια αμφισημία στον πολιτικό του λόγο.

Εκτός των άλλων, ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι με αυτόν τον τρόπο θα είχε αποβάλλει από πάνω του την ταμπέλα του απομονωμένου κόμματος, η οποία έχει καλλιεργηθεί στην κοινή γνώμη.

Ασφαλώς αυτό δεν σημαίνει ότι θα έπρεπε το ΚΚΕ να κάνει πίσω στις πολιτικές του θέσεις. Αντίθετα, σημαίνει ότι θα έθετε την δική του πολιτική πρόταση στο τραπέζι με δυναμική και θάρρος. Αυτό εκτός από εκλογική ενίσχυση ίσως σήμαινε και απελευθέρωση των ριζοσπαστικών συνειδήσεων από τα ψευδή διλήμματα τα οποία τελικά τέθηκαν από το ίδιο το σύστημα.

Advertisements

2 thoughts on “Το ΚΚΕ και οι εκλογές

  1. Έχω την αίσθηση πως πλησιάζουμε αρκετά στις απόψεις μας για την προσέγγιση της ζεματιστής αυτής πατάτας. Αισθάνομαι πως έχει πολωθεί εντυπωσιακά η κατάσταση μεταξύ των διαφορετικών οπτικών περί «ενότητας αριστεράς» και «αριστερού κυβερνητισμού» και τα πράγματα θα αγριέψουν κι άλλο. Κάθε ψύχραιμη συζήτηση δρα εκτονωτικά.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.