Περπατώντας στην Θεσσαλονίκη

μπουζουκιαΠερνούσα χτες από τη συμβολή των οδών Βενιζέλου και Ερμού και χάζευα το μνημείο που έχει στηθεί στη μνήμη του Γρηγόρη Λαμπράκη, εκεί στον τόπο της δολοφονίας του. Ανέβηκα λίγα μέτρα παραπάνω, στο σημείο που το Μάη του 1936 έπεφταν νεκροί  οι απεργοί καπνεργάτες. Αφηρημένος και βυθισμένος στις σκέψεις μου, προσπαθώντας να αναπαραστήσω τα γεγονότα της εποχής, παραλίγο να με χτυπήσει ένα διερχόμενο αμάξι. Χαμηλωμένο, με φιμέ τζάμια και από τα ηχεία του να τρίζει η τρεμάμενη φωνή ενός άγνωστου σε εμένα λαϊκοπόπ αοιδού.

Ευκαιρία για νέα καταβύθιση στις σκέψεις μου: Άραγε τα παιδιά που περνούσαν από εκείνους τους γεμάτους αίμα και ιστορία δρόμους γνωρίζουν τι έχει συμβεί εκεί;  Άραγε πόσοι ξέρουν; Πόσοι γνωρίζουν την ιστορία αυτής της πόλης; Μιας πόλης που συνδέθηκε με ό,τι πιο πρωτοπόρο, ό,τι πιο ριζοσπαστικό κάποτε. Μιας πόλης στην οποία γεννήθηκε η Φεντερασιόν. Μιας πόλης πολυπολιτισμικής, με την πραγματική έννοια του όρου και όχι την επιδοτούμενη από την ΕΕ. Μιας πόλης στην οποία οι χριστιανοί έκρυβαν τους κυνηγημένους εβραίους. Μιας πόλης που το προσφυγικό στοιχείο ήρθε να δέσει και να ζυμωθεί άψογα στην ήδη γεμάτη περίεργα αρώματα ατμόσφαιρα. Μιας πόλης στην οποία γεννήθηκαν ιστορικά ροκ συγκροτήματα και άνθισαν λαϊκοί, και όχι μόνο, τραγουδιστές. Μιας πόλης που έβγαλε ποιητές, λογοτέχνες και επιστήμονες. Μιας πόλης που ακόμα και στο ποδόσφαιρο της, έμαθε να αντιστέκεται, να τα βάζει και με τη χούντα.

Άραγε πόσα από αυτά που έχουν συμβεί σε τούτη την πόλη γνωρίζουν οι κάτοικοί της, οι οποίοι δηλώνουν σε κάθε τόνο πόσο πολύ την αγαπούν και πόσο πολύ μισούν την Αθήνα, την κατ’ αυτούς υπεύθυνη, για την δική τους κατάντια; Πόσοι ενδιαφέρονται; Πόσοι θεωρούν ότι η γνώση της ιστορίας είναι χρήσιμη; Πόσοι χλευάζουν ή βαριούνται όσους θέλουν να μιλούν για τέτοια  πράγματα; Πόσοι από αυτούς το παίζουν σήμερα πατριώτες; Τι ακριβώς αγαπάς όταν αγαπάς την πόλη ή την χώρα σου;

Ας επιστρέψουμε στην Θεσσαλονίκη του τριημέρου. Τέτοιες μέρες στην πόλη μας έρχεται κάθε καρυδιάς καρύδι. Πρόεδροι της Δημοκρατίας, Πατριάρχες, βουλευτές, υπουργοί, στρατιωτικοί και άλλοι παρατρεχάμενοι. Γεμίζει η πόλη και από φαντάρους και δόκιμους αξιωματικούς που έρχονται για να παρελάσουν και κυκλοφορούν στην πόλη συχνά φορώντας τις στολές εξόδου τους. Επίσης στην πόλη εμφανίζονται τέτοιες μέρες οι –όχι λίγοι- στρατόκαβλοι. Θαυμάζουν τα τανκς, τα λέοπαρντ, τα αεροπλάνα  και τα βαπόρια που έχουν σχεδιαστεί για να είναι πιο αποτελεσματικά στην αποστολή τους: να σκοτώνουν συνανθρώπους μας που απλά θα έχουν άλλη εθνικότητα. Τώρα που το σκέφτομαι  αυτό δεν είναι απαραίτητα το κριτήριο. Προηγουμένως οι ίδιοι έχουν προσκυνήσει στον Άγιο Δημήτριο, μεγάλη η χάρη του, σαν καλοί χριστιανοί. Μετά την παρέλαση ουζάκι παραλία και καφές.

Στην Θεσσαλονίκη που επισκέπτομαι τελευταία σχεδόν ως τουρίστας, τίποτα δεν φαίνεται να λειτουργεί. Το καλοκαίρι θυμάμαι σχεδόν όλα τα φανάρια στους δρόμους να είναι χαλασμένα και να πρέπει να είσαι ειδικός στη σημειολογία για να καταλάβεις αν πρέπει να περάσεις ή να σταματήσεις. Σκουπίδια παντού, έργα μισοφτιαγμένα και μισοπαρατημένα. Η πόλη είχε την ατυχία να την διοικήσουν ο κιτς Παπαγεωργόπουλος και ο αποτυχημένος μποέμ Μπουτάρης. Σκότωσαν ό,τι καλό υπήρχε. Μια ματιά μόνο στον χριστουγεννιάτικο στολισμό αρκεί.

Θα μου πει κανείς, το ίδιο δεν συμβαίνει σε όλη τη χώρα; Γνωρίζει ο 20άρης Νικαιώτης που ξυρίζει το κεφάλι του και κεντάει μια σβάστικα στον ώμο τι έγινε εκεί; Γνωρίζει ο Αθηναίος τι έγινε στην Καισαριανή; Τι έγινε στην Καλλιθέα; Στο Δίστομο, στα Καλάβρυτα;  Σαφώς και όχι. Το πρόβλημα είναι γενικό. Απλά σε μια πόλη το βλέπεις σε πλήρη διάσταση να ξεδιπλώνεται μπροστά σου σε κάθε έκφραση της κοινωνικής της ζωής. Στην Θεσσαλονίκη αναδύεται επίσης και σε επίπεδο αισθητικής. Η πόλη της διασκέδασης, του μπουζουκιού, της Πάολα και του Καρρά. Κατάντησε η πόλη να είναι γνωστή για αυτό και όχι για άλλα. Όχι για την ιστορία της, όχι για την λαϊκότητα της. Αυτή η πόλη είναι σαν να έχει παραδοθεί εδώ και χρόνια σε έναν απροσδιόριστο εχθρό. Και κάθε φορά που ανεβαίνω το διαπιστώνω με μεγαλύτερη ευκρίνεια, μαζί και πίκρα.

Advertisements

2 thoughts on “Περπατώντας στην Θεσσαλονίκη

  1. Οταν διαβάζω τέτοια κείμενα βρίσκομαι σε δύσκολη θέση. Από την μία δεν θέλω να αποθαρρύνω τον συγγραφέα ο οποίος είμαι σίγουρος οτι είναι αγαθών προθέσεων αλλά από την άλλη προδίδουν μια τέτοια άγνοια της ιστορίας της πόλης που αδυνατώ να το δεχτώ σε ένα κείμενο που στιγματίζει την αδιαφορία των σύγχρονων θεσσαλονικέων για την ιστορία της πόλης τους. Με κίνδυνο να ακουστώ άδικος το παρόν κείμενο δε μπορώ να φανταστώ να έχει διαφορές από το τι θα έγραφε ένα απολιτικ, δεξιός ή χριστιανός της πόλης.

    Θα πιάσω δυο κομμάτια:
    «Μιας πόλης στην οποία οι χριστιανοί έκρυβαν τους κυνηγημένους εβραίους»
    Δυο οικογένειας ανάμεσα σε δεκάδες χιλιάδες κρύφθηκαν. Αντίθετα οι δοσίλογοι είναι χιλιάδες – μόνο και μόνο οι μεσεγγυούχοι για τις ακίνητες περιουσίες υπολογίζονται σε 12000 που αφορά το 25% των χριστιανικών οικογενειών της πόλης. Ουσιαστικά μιλάμε για μια πόλη που συνεργάστηκε, σε κάθε τμήμα της, αρμονικά για να πετύχει την εξαφάνιση κάθε εβραϊκού στοιχείου. Το να ισχυριστεί κανείς οτι η Θεσσαλονίκη «βοήθησε» είναι προσβάλλει την νοημοσύνη.

    «Μιας πόλης που το προσφυγικό στοιχείο ήρθε να δέσει και να ζυμωθεί άψογα στην ήδη γεμάτη περίεργα αρώματα ατμόσφαιρα.»
    Οι πρόσφυγες που επέζησαν των λοιμοκαθαρηρίων και των απελπιστικών συνθηκών διαβίωσης, έζησαν δεκαετίες διακρίσεων από ένα κράτος που είχε εποικήσει την Θεσσαλονίκη. Ταυτόχρονα οι πρόσφυγες χρησιμοποιήθηκαν σαν μοχλός ελληνοποίησης μιας μη-ελληνικής πόλης και αποτέλεσαν εκούσια και ακούσια όργανα μιας συστηματικής αποεβραιοποίησης της πόλης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ουσιαστική προσφυγική φύση των ΕΕΕ που κορυφώθηκε με το πογκρόμ του Κάμπελ.
    Ουσιαστικά αυτή η πρόταση σου καταφέρνει και να προσβάλλει την ιστορική μνήμη ενός πρόσφυγα που δεινοπάθησε από το κράτος και ενός εβραίου που δεινοπάθησε από τον πρόσφυγα.

  2. Μελαγχόλησα ρε καρντάσι με τα γραφόμενά σου!
    Βασικά, συμφωνώ ότι η διαχρονική ανικανότητα των τοπικών «αρχόντων» άφησε ανεξίτηλα το στίγμα της στη Σαλονίκη μας.
    Στο μόνο σημείο που διαφωνούμε είναι στο θέμα της παρέλασης που για εμένα είναι σημαντικό και συνάδει με την αγωνιστική-επαναστατική ιστορία της πόλης. Καλώς η κακώς ο στρατός είναι απαραίτητος για αμυντικούς πάντα σκοπούς και εξασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας μας.
    Παρόλα αυτά, και επειδή προσπαθώ (όσο μπορώ) να βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο, σε διαβεβαιώνω ότι βλέπω μια αισιόδοξη αύρα να πνέει στην ατμόσφαιρα της πόλης. Ο συνδυασμός της κρίσης και μιας νέας γενιάς που αντιστέκεται (όσο μπορεί ακόμα) και μένει στον τόπο της φαίνεται να μεταλλάσσει την πόλη προς το καλύτερο. Κόσμος που περπατάει σε παρέες, δρόμοι και πεζοδρόμια γεμάτοι ποδήλατα (που λεφτά για βενζίνη), μπαράκια και χώροι διασκέδασης εναλλακτικοί υψηλής αισθητικής είναι κάποια παραδείγματα. Η κουλτούρα (παόλα-καρράς και τα μυαλά στα κάγκελα) ενός μεγάλου μέρους φυσικά και δεν αλλάζει από τη μία μέρα στην άλλη, ούτε η αδιαφορία και η ανικανότητα της τοπικής αυτοδιοίκησης…
    Το DNA της πόλης όμως είναι διαχρονικό και αμετάβλητο..Απλά περιμένει τις κατάλληλες συνθήκες για να «ξεδιπλωθεί»…

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.