Χιπστερισμός και Φασισμός (μέρος ΙΙ – το βιωματικό)

o-HIPSTER-BEARD-570

Για την σχέση φασισμού και χιπστερισμού τα είπαμε και στο πρώτο μέρος, έχουν γραφεί πολλά και αλλού. Στο δεύτερο μέρος θα ασχοληθούμε με την καθημερινότητα ενός χίπστερ. Θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε οδοιπορικό ή “μια μέρα με τον/την χίπστερ”. Απαραίτητο να διευκρινιστεί: όσα ακολουθήσουν δεν είναι αποκύηματα φαντασίας. Είναι βασισμένα σε πραγματικές ιστορίες, πραγματικούς πρωταγωνιστές, αληθινές ατάκες και διάλογοι, ελαφρώς παραλλαγμένα ή φτιασιδωμένα έτσι ώστε να μπορούν να γίνουν ενιαίο κείμενο.

Πρωί

Ο χίπστερ μας είναι άνθρωπος ο οποίος θέλει να ξυπνάει πρωί. Βασικά για λόγους αρχής. Τα πάντα άλλωστε στη ζωή του είναι τακτοποιημένα με σχεδόν ψυχαναγκαστικό τρόπο. Έτσι και το πρωινό ξύπνημα, πρέπει να γίνεται σωστά. Αφού ρίξει λίγο νερό στα μούτρα του, βάζει τα μεγάλα, κοκκάλινα γυαλιά του και πηγαίνει προς την κουζίνα. Ανοίγει το ψυγείο, παίρνει τον χυμό ροδιού με κόκκους άγριας παπαρούνας και το βάζει στην βίντατζ κούπα του. Πίνει βιαστικά λίγο και ανοίγει το mac. Βάζει μουσική και ντύνεται. Ψάχνει στην ντουλάπα του και δεν βρίσκει τίποτα. Εκείνο το μπλουζάκι που έλεγε κάτι περίεργα κομμουνιστικά είναι στα άπλυτα. Έχει και λίγο ψύχρα. Δε γαμιέται, θα βάλει τη ζακέτα της μαμάς, από τότε που ήταν φοιτήτρια, και θα βγει.

Κατευθύνεται γρήγορα με το μετρό σε έναν πολυχώρο. Εκεί μέσα τα 145 του τετραγωνικά μέτρα είναι μοιρασμένα: τα μισά παραπέμπουν στον μεσαίωνα και τα άλλα μισά σε κομμάτια σκηνικών που περίσσεψαν από το interstellar. Κάπου εκεί παρατημένο ένα βιβλίο του Ζαν Μποντριγιάρ. Ποτέ δεν κατάλαβε τι έλεγε, αλλά του έδινε τη σιγουριά ότι έλεγε κάτι γαμάτο.

Ημέρα μίτινγκ σήμερα. Μαζί με τα άλλα παιδιά θα μιλήσουνε για το νέο σταρταπ. Startup δηλαδή. Περιμένοντας να μαζευτούν άνοιξε το iphone και πριν προλάβει να μπει στο pitchfork και το popaganda σκάει ειδοποίηση από την ηλεκτρονική έκδοση της athens voice. “Γράψε κι εσύ κάτι για το κάψιμο της εφημερίδας”. “Σε τι κόσμο ζούμε” σκέφτηκε και αφού η καφετέρια με τον βενεζουελάνικο καφέ ήταν μακριά, περπάτησε μέχρι το κοντινότερο Mikel να παραγγείλει τον καφέ του. Στο πεζοδρόμιο ένας άστεγος, κρύωνε κουλουριασμένος. Τον κοίταξε με λύπηση και υπεροψία. “Γιατί δεν τους μαζεύουν; Είναι εικόνα του κέντρου της πόλης αυτή; Σε ποια άλλη χώρα θα γινόταν αυτό; Έρχονται και γιορτές…”, αναρωτήθηκε σιωπηλά και συνέχισε σκεπτόμενος πως μια ΜΚΟ που θα μάζευε τους άστεγους και θα τους έβαζε να εργάζονται δωρεάν, εξασφαλίζοντάς τους ένα κρεβάτι, θα μπορούσε να συνδεθεί με το νέο του επιχειρηματικό σχέδιο. “Πρέπει να είμαστε καινοτόμοι και να κοιτάμε με πάθος την επιχειρηματικότητα” είχε πει κάποιος νέος επιχειρηματίας σε ένα ted.

Η ώρα για το μίτινγκ έφτασε. Οι 8 νέοι μαζεύτηκαν, άνοιξαν τα τάμπλετ, τα mac και τα iphone τους και ξεκίνησαν. Έπρεπε πρώτα να αποφασίσουν πως θα μιλήσουν, με ποιά σειρά, ποια θέματα και τι ώρα θα τελειώσουν. Αφού επιχειρηματολόγησαν ευγενέστατα όλοι για περίπου 25 λεπτά αποφάσισαν να ξεκινήσουν να μιλάνε με αλφαβητική σειρά. Ξεκίνησε η Αντέλ, από το Αντωνία και στη συνέχεια το λόγο πήρε ο Γιώργος, από το Γεώργιος. Όσο μιλούσε κάποιος οι υπόλοιποι τον κοίταζαν κουνώντας το κεφάλι συγκαταβατικά, δείχνοντας με κάθε κύτταρό τους πόσο πολύ σέβονται τον ακροατή. Δεν διέκοπταν, δεν αντιμιλούσαν, δεν διαφωνούσαν. Η συζήτηση κράτησε αρκετές ώρες. Άρχισαν να πεινάνε. Είχε πια μεσημεριάσει.

Μεσημέρι

Ο χίπστερ μας, έβγαλε από την πάνινη τσάντα του ένα μωβ ταπεράκι. Το άνοιξε και πρόσφερε το φαγητό του στους συντρόφους του. Σήμερα το μενού είχε κινόα με μπρόκολο βρασμένο στον ατμό. Απέφευγε το κρέας, δήλωνε χορτοφάγος, αλλά έκανε περιστασιακά εξαιρέσεις για να ανεβάσει τον αιματοκρίτη. Μια πληροφορία που μοιράστηκε με την υπόλοιπη παρέα. Μέχρι που ακούστηκε από την άλλη άκρη του τραπεζιού ένας κακοντυμένος τύπος που μύριζε λαϊκουριά να αναφωνεί με πάθος ότι αν δεν φάει κρέας νιώθει νηστικός. Η σιγή που επικράτησε έμοιαζε να κάνει τις λέξεις του να αντιλαλούν. Τα βλέματα των υπόλοιπων καρφώθηκαν πάνω του και με αυστηρή και συγχρόνως ψεύτικη συγκαταβατικότητα μονολόγησαν “εντάξει, δεν πειράζει”. Μέσα τους αναρωτιούνταν τι κάνει αυτός εκεί. Ήταν ο ηλεκτρολόγος που είχαν φωνάξει να τους δώσει μια εκτίμηση για την δουλειά που θα τους έκανε. Την αμηχανία έσπασε μια φωνή από το τραπέζι: “Όπως σας έλεγα, τους γουστάρω τους Ατενίστας. Αγαπούν την πόλη τους, ζουν σ’αυτήν και ζουν για αυτήν”, είπε ο Νικόλας τρίβοντας τα μακριά, περιποιημένα μούσια του. Η συζήτηση συνεχίστηκε. Ακούγονταν λέξεις περίεργες: incubator, hub, cluster, session, curator, λέξεις που δεν έχει και τόση σημασία το νόημά τους. Το ότι ακούγονται ξένες, ωραίες και καινούριες είναι από μόνο του καλό. Το μίτινγκ τελείωσε και ακολούθησαν πηγαδάκια. Σε ένα από αυτά μια κοπέλα κοντά στα 25 υποστήριζε ότι η κίνηση του Σταύρου Θεοδωράκη να οδηγήσει το τρίκυκλο ποδήλατο στην Τρίπολη ήταν πολύ όμορφη γιατί συνέδεε την οικολογία με την πολιτική στην πράξη. Η ανταπάντηση ήρθε από τον Γιώργο, έναν ψηλό τριαντάρη με μπάσα φωνή, που χαρακτήρισε καλοπροαίρετη την κίνηση του Σταύρου, αλλά θεώρησε πιο ρεαλιστική και χρήσιμη την πρόταση του Τζήμερου για κατάργηση της έντυπης αλληλογραφίας στο δημοσιο.

Ήρθε η ώρα να φύγουν. Αρκετοί από αυτούς θα ανανέωναν το ραντεβού τους για αργότερα. Η μέρα ήταν έτσι κι αλλιώς παραγωγική. Παρά τις διαφωνίες κατάφεραν να καταλήξουν στο όνομα του σταρτάπ: Quiet & Rat. Ουάου…

Απόγευμα

Ο χίπστερ μας θα ήθελε πολύ να έχει αυτοκίνητο. Κατά προτίμηση ένα παλιό autobianci αλλά είναι άνεργος τα τελευταία δύο χρόνια. Ώρες-ώρες νιώθει πολύ οργισμένος. Αυτοί οι δημόσιοι υπάλληλοι που τα ξύνουν, θησαυρίζουν και εμείς οι νέοι δεν μπορούμε να δουλέψουμε. Μπροστά του πέρασε ένα συλλαλητήριο από την οδό Σταδίου. Κάτι συνταξιούχοι διαμαρτύρονταν για την περικοπή συντάξεων. “Κομματόσκυλα. Αυτοί μας έφτασαν μέχρι εδώ”. Συνέχισε να περπατάει βιαστικά. Είχε λίγο χρόνο μέχρι να πάει στο ραντεβού με τα παιδιά κι έτσι αποφάσισε να περπατήσει μέχρι την Καρύτση χαζεύοντας τις βιτρίνες. Κάτι Κούρδους που ήταν μαζεμένοι στα Προπύλαια διαμαρτυρόμενοι για το Κομπάνι τους απέφυγε σχεδόν κρατώντας την ανάσα του. Στα αυτιά του είχε μπήξει τα ακουστικά του i-phone και άκουγε την μουσική ενός dj που ηχούσε όπως η μουσική του πάκμαν. Δεν ήξερε ότι σύντομα θα εγκατέλειπε την μουσική του. Έγινε ήδη mainstream. “Πάλι six dogs”, σκέφτηκε και κατέβηκε τα σκαλιά του αγαπημένου του μαγαζιού. Η αλήθεια είναι ότι ήθελε μια αλλαγή, κάτι καινούριο, ένα άλλο στέκι να μπορεί να πίνει τον καφέ του. Εδώ πλέον έρχεται ο καθένας. Ήπιε τον καφέ του παρέα με τους φίλους του. Όταν η συζήτηση πήγε στα πολιτικά σχεδόν μάλωσε με έναν από τους φίλους του υπερασπιζόμενος τις αξίες του, την ελευθερία, την αξιοκρατία, το ταλέντο και τον ανταγωνισμό. “Οι άλλοι αν δεν μπορούν να πετύχουν είναι πρόβλημά τους, όχι δικό μου” του ξέφυγε όταν τον στρίμωξε ο φίλος του.

Βράδυ

Πριν το πάρτυ στο Ρομάντσο σκέφτηκε πως είναι καλή ιδέα να τσιμπήσει κάτι. Περπατώντας προσπέρασε πολλά ταχυφαγεία. Αυτά είναι γεμάτα γλουτένη, σκέφτηκε κοιτάζοντας κάτι τεράστια μπέργκερ και έκοψε δρόμο για ένα μαγαζί με πρωτότυπα είδη γρήγορου φαγητού. Έφαγε μια ταχινόπιτα, πήρε ενέργεια και συνέχισε.

Στο Ρομάντσο σήμερα είχε πάρτυ. Θα μαζεύονταν όλοι οι νέοι καινοτόμοι επιχειρηματίες της Αθήνας. Το initiative το είχε πάρει μια από τις κοπέλες που ήταν και στο πρωινό μίτινγκ. Σκέφτηκε ότι είναι πολλοί, είναι διάσπαρτοι, είναι ικανοί, αλλά πρέπει να ενώσουν τις φωνές τους ώστε να ενισχύσουν το ρόλο τους. Μόνο ενωμένοι θα μπορούσαν να διεκδικήσουν καλύτερες κρατικές χρηματοδοτήσεις από το ανάλγητο, τριτοκοσμικό, γραφειοκρατικό κράτος.

Το πάρτυ είχε ξεκινήσει και σε ένα πηγαδάκι ο χίπστερ μας συνομιλούσε περί ανέμων και υδάτων με 5-6 γνωστούς, ώσπου άξαφνα κάποιος τον χαρακτήρισε χίπστερ! Η μουσική σταμάτησε όπως στις ταινίες, ησυχία επικράτησε σε όλο το χώρο, τα βλέμματα πάγωσαν!

  • Δεν είμαι χίπστερ, αποκρίθηκε ο χίπστερ μας! Αυτές είναι ταμπέλες που δεν έχουν βάση. Έχω απλά διαφορετικό στυλ, είπε και κατευθύνθηκε προς το μπαρ για να πάρει ακόμα μια βέλγικη μπύρα.

Την ήπιε βιαστικά, πήρε το κινητό του, μπήκε στο taxi beat και έφυγε για το σπίτι. Φτάνοντας εκεί, έβγαλε τα παπούτσια του, έβαλε τα τερλίκια που του είχε πλέξει η γιαγιά πριν 12 χρόνια και κουλουριάστηκε στον καναπέ. Μια δύσκολη μέρα γεμάτη καινοτομία, ιδέες, ενέργεια είχε φτάσει στο τέλος της. Αύριο έπρεπε να στρωθεί στην δουλειά, να οργανώσει την νέα συνάντηση του hub και να πάει στην εφορία για προσωπική υπόθεση. Σιχαίνεται την επαφή με ό,τι είναι δημόσιο. Έβαλε στο youtube να παίζουν ορισμένα εμπνευσμένα ted talks και έπεσε για ύπνο.

ΥΓ. Το πρώτο μέρος του Χιπστερισμός και Φασισμός διαβάστε το εδώ

Advertisements

One thought on “Χιπστερισμός και Φασισμός (μέρος ΙΙ – το βιωματικό)

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.